Οι συναυλίες δεν θα έπρεπε να γίνονται στο σκοτάδι άλλα με ανοιχτά, εκτυφλωτικά φώτα, που θα μας κάνουν να κλείνουμε τα μάτια.
Δεν θα έπρεπε να πίνουμε αλκοόλ στις συναυλίες και να μεθάμε. Το μπαρ θα έπρεπε να σερβίρει σούπες και μαγειρευτά.
Θα έπρεπε όλοι να φοράμε εσώρουχα του αντίθετου φύλου και ερωτικά παιχνίδια μέσα από τις ομοιόμορφες στολές μας.
Όταν παίζει το συγκρότημα, τα μάτια μας θα έπρεπε να είναι καρφωμένα στη σκηνή.
Αν κάποιο συγκρότημα δεν μιλάει τη γλώσσα της αλήθειας, θα έπρεπε να τρέχουμε μακριά ουρλιάζοντας. Σε πανικό και με τον κίνδυνο να ποδοπατηθούμε.
Θα έπρεπε να παίζουμε ξύλο για την παραμικρή παρεξήγηση.
Οι μουσικοί θα έπρεπε να μη σταματάνε ανάμεσα στα τραγούδια. Θα έπρεπε να μη μας μιλάνε και να μην το παίζουνε φίλοι μας. Είναι πολύ σημαντικό να μην τους αγαπήσουμε ποτέ τους μουσικούς. Τότε είναι που τους σκοτώνουμε.
Θα έπρεπε μέσα στους χώρους συναυλιών να υπάρχουν εκκλησίες. Χωρίς θρησκευτικές εικόνες, άλλα με τη δυνατότητα της συνομιλίας και της συγχώρεσης από Αυτόν. Αυτόν που δεν υπάρχει και δεν υπήρξε ποτέ. Όπως, άλλωστε, και η μουσική. Κάτι που φτιάξαμε εμείς για εμάς. Για να μας λέει ψέματα και να μας δίνει ελπίδα κι εμείς να του δίνουμε λεφτά και παράλογη δύναμη.
Και τα κορίτσια να συνεχίσουν να ντύνονται όμορφα και τα’ αγόρια να συνεχίσουν να έρχονται σε μεγάλες διψασμένες παρέες. Και όποιος δεν φλερτάρει, να τον πετάμε έξω με τις κλοτσιές.
Και όλοι να χορεύουμε άτεχνα και απότομα, ακόμα και όταν δεν υπάρχει ρυθμός. Μέχρι να μην αντέχουμε άλλο.
Να γυρνάμε στο σπίτια μας όλοι μαζί, παρέα. Τα κορίτσια ιδρωμένα να βγάζουν τις μπλούζες και τα στήθη τους να στάζουν στο πεζοδρόμιο. Τ’ αγόρια να κατουράμε στις γωνίες χαζογελώντας και να τρώμε μισοφαγωμένα σάντουιτς από τα σκουπίδια. Να κρατιόμαστε χέρι χέρι. Να φιλιόμαστε και να μη σημαίνει τίποτα. Να γελάμε με ηλίθια αστεία.
(The boy, LIFO 17/5/12)